Έκφραση που χρησιμοποιείται συχνά στην παλαιότερη οικονομική γλώσσα και σημαίνει – να συνάπτεις μια γρήγορη, επικερδή συμφωνία (προσοδοφόρα γρήγορη συμφωνία) μέσω μιας ευνοϊκής, αλλά ωστόσο νομικά επιτρεπτής ευκαιρίας, – να συσσωρεύεις πλούτο γρήγορα (να αποκτάς άμεσα πλούτη). – Κέρδος που επιτυγχάνεται με – υπερεκμετάλλευση, ληστεία, αρπαγή ή – τοκογλυφία. – Η λέξη προέρχεται από τα εβραϊκά, όχι -όπως διαβάζεται μερικές φορές- από τα λατινικά (raptus = η ληστεία). – Βλέπε agiotage, steam room, financial vulture, gold deception, foundation swindle, insider surveillance, jobbery, capital market, grey, crystallisation, short selling, market activity, feigned, misochrematie, pairoff, plus business, plus making, offshore financial centres, avenging angel, commodity futures contract, swindle, swindling bank, speculation, stock jobber, sin money, overcharge, underground banking, tenfold, advantage, wash sales, usury, usury challenge.
Προσοχή: Η οικονομική εγκυκλοπαίδεια προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ιδιωτικούς σκοπούς χωρίς ρητή συγκατάθεση!
Καθηγητής Πανεπιστημίου Dr. Gerhard Merk, Dipl.rer.pol., Dipl.rer.oec.
Καθηγητής Dr. Eckehard Krah, Dipl.rer.pol.
Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: info@jung-stilling-gesellschaft.de
https://de.wikipedia.org/wiki/Gerhard_Ernst_Merk
https://www.jung-stilling-gesellschaft.de/merk/
https://www.gerhardmerk.de/