Prudential

Auch in: DE EN CS DA ET FI FR HU ID IT LT LV NL PL RO RU SK SL SV TR UK

Τεχνική λέξη από το εποπτικό δίκαιο, που αναφέρεται στις δραστηριότητες των εποπτικών αρχών. Το επίθετο (κύριο όνομα) προέρχεται από τα λατινικά- εκεί PRUDENTER σημαίνει “με σύνεση”, “με προνοητικότητα”. – Βλέπε εποπτεία, μακροπροληπτική, εποπτεία, μικροπροληπτική, εποπτικές αρχές, Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εισφορά BaFin, Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας, Επιτροπή Ευρωπαϊκών Τραπεζικών Εποπτικών Αρχών, εποπτεία χρηματοπιστωτικών αγορών, ευρωπαϊκή, διαδικασία Lamfalussy, υπερβολή, ρυθμιστική, ρυθμιστική πίεση, ρυθμιστική φρενίτιδα, straitjacking, βαθμός διαφάνειας, υπερρύθμιση.

Προσοχή: Η οικονομική εγκυκλοπαίδεια προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ιδιωτικούς σκοπούς χωρίς ρητή συγκατάθεση!
Καθηγητής Πανεπιστημίου Dr. Gerhard Merk, Dipl.rer.pol., Dipl.rer.oec.
Καθηγητής Dr. Eckehard Krah, Dipl.rer.pol.
Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: info@jung-stilling-gesellschaft.de
https://de.wikipedia.org/wiki/Gerhard_Ernst_Merk
https://www.jung-stilling-gesellschaft.de/merk/
https://www.gerhardmerk.de/

Zitieren

Merk, G. (Hrsg.): „Prudential“. In: Finanz- und Wirtschaftslexikon. https://www.gerhardmerk.de/prudential-4/ (Stand: 09.09.2022).

Die von Universitätsprofessor Dr. Gerhard Merk begründete Sammlung wird seit Herbst 2014 von Professor Dr. Dr. h.c. Eckehard Krah redaktionell fortgeführt und um neue Begriffe ergänzt. Sollten Sie Fehler entdecken oder sonstige Hinweise haben, schreiben Sie an: info@ekrah.com