Στη χρηματοπιστωτική ορολογία, η απόφαση της ΕΚΤ το 2009 να στηρίξει τα μη εμπορεύσιμα κρατικά ομόλογα των χωρών μελών. – Το άρθρο 123 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του “Πρωτοκόλλου σχετικά με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας” που προσαρτάται στη ΣΕΚ απαγορεύουν ρητά στην ΕΚΤ να χρηματοδοτεί τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή καταστρατηγήθηκε από το γεγονός ότι τα χρεόγραφα των επισφαλών κρατών μελών της ΟΝΕ δεν αναλήφθηκαν απευθείας από την ΕΚΤ. Αντ’ αυτού, η ΕΚΤ αγόρασε τους τίτλους στη δευτερογενή αγορά. Ωστόσο, με την αγορά τίτλων δημόσιου χρέους κρατών μελών που για χρόνια ενεργούσαν ανενδοίαστα κατά του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος, η Ιταλία και η Ισπανία, η κεντρική τράπεζα συνέβαλε έμμεσα στη χρηματοδότηση των κρατικών ελλειμμάτων των χωρών αυτών. Επιπλέον, το μέτρο αυτό μετέφερε τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών των ιδιοκτητών των κρατικών ομολόγων από τις χώρες αυτές -κυρίως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και ταμεία- στον φορολογούμενο. Στο τέλος του 2010, η ΕΚΤ είχε ήδη στο χαρτοφυλάκιό της κρατικά ομόλογα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αξίας άνω των 67 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το 2011, η ΕΚΤ αγόρασε και πάλι ισπανικούς και ιταλικούς τίτλους υπό την πίεση του μετώπου του Νότου. – Παρεμπιπτόντως, το μέτρο της ΕΚΤ δεν είχε σχεδόν καμία επίδραση στην εξέλιξη των τιμών αυτών των κρατικών ομολόγων, διότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να ενισχύσει με αυτόν τον τρόπο την έλλειψη εμπιστοσύνης των επενδυτών στις οικονομικές επιδόσεις των κρατών αυτών. – Η ίδια η ΕΚΤ αιτιολόγησε το μέτρο της με την εξήγηση ότι ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής είχε διαταραχθεί: είχε εμφανιστεί “δυσλειτουργία” (αδυναμία εξυπηρέτησης ενός ρυθμιζόμενου σκοπού) σε ορισμένους τομείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η εξήγηση αυτή θεωρήθηκε από όλους προσχηματική, ιδίως από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι υπήρχαν προφανώς εξαιρετικά έντονες διαφωνίες εντός της ΕΚΤ σχετικά με την αγορά των άχρηστων τίτλων. Εξάλλου, ο πρωταρχικός στόχος της ΕΚΤ είναι να διασφαλίσει σταθερές τιμές στη νομισματική ζώνη και όχι να σώσει τα παραπαίοντα κράτη από την οικονομική καταστροφή. Επιπλέον, έγινε φανερό ότι οι παρεμβάσεις είχαν ελάχιστα αποτελέσματα: τα επιτόκια για τα κράτη της κρίσης μειώθηκαν μόνο για λίγες ημέρες, για να αυξηθούν και πάλι γρήγορα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν θεωρούν τα μέτρα αυτά ως θεραπεία για τα αίτια της έλλειψης εμπιστοσύνης προς αυτούς τους κρατικούς τίτλους. Αντίθετα, οι αγορές άλλαξαν το προφίλ κινδύνου της ΕΚΤ: τα κράτη μέλη της ΟΝΕ θα μπορούσαν να αναγκαστούν να απαντήσουν για τα χρέη της ΕΚΤ από τις αγορές ομολόγων. – Ένας άλλος δυσμενής παράγοντας ήταν η χρονική σύμπτωση των αγορών αυτών με την αύξηση του κεφαλαίου της ΕΚΤ, η οποία ομολογουμένως είχε προγραμματιστεί εδώ και καιρό, με ισχύ από τις 29 Δεκεμβρίου 2010. Πολλοί θεώρησαν ότι η ΕΚΤ είχε την πρόθεση να δημιουργήσει ένα μαξιλάρι για τυχόν απώλειες από τα αγορασθέντα κρατικά ομόλογα. Οι απώλειες αυτές υπολογίζονταν σε τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ για την Deutsche Bundesbank, οι οποίες θα μετακυλίονταν σε αυτήν από τον ισολογισμό της ΕΚΤ και θα μείωναν έτσι τις μεταβιβάσεις της Deutsche Bundesbank προς τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό κατά το ποσό αυτό. Βέβαια, η ΕΚΤ είχε ανακοινώσει ότι θα διατηρούσε τους τίτλους στο χαρτοφυλάκιό της μέχρι τη λήξη τους- επομένως, ζημία θα προέκυπτε μόνο αν μια από τις χώρες οδηγούνταν σε εθνική χρεοκοπία. Αλλά αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποκλειστεί. – Αυτό κόστισε στην ΕΚΤ την απώλεια εμπιστοσύνης, όχι μόνο στον χρηματοπιστωτικό κόσμο αλλά και στο ευρύ κοινό. Κατηγορήθηκε ότι χρησίμευε ως διορθωτικό (κάτι που αντισταθμίζει, αντισταθμίζει, προσαρμόζει κάτι, ιδίως μια αναπηρία) για την εσφαλμένη δημοσιονομική πολιτική ορισμένων μελών της και ότι διατέθηκε για τον σκοπό αυτό. Η πρόωρη παραίτηση του προέδρου της Bundesbank, Axel Weber, και του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Jürgen Stark, συνδέθηκε άμεσα με αυτή την απόφαση της ΕΚΤ. Οι Weber και Stark αντιτάχθηκαν επίσης δημοσίως στην αγορά κρατικών ομολόγων και επέμειναν στον ακριβή διαχωρισμό μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. – Ωστόσο, κατά τη “μεσαία επεξεργασία” το μέγεθος της αμαρτίας της ΕΚΤ συχνά δεν λαμβανόταν υπόψη. Ενώ άλλες κεντρικές τράπεζες χρηματοδοτούσαν με αυτόν τον τρόπο το δέκα τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και άνω, η ΕΚΤ χρηματοδοτούσε μόνο λίγο περισσότερο από το ένα τοις εκατό- το φθινόπωρο του 2011, η ΕΚΤ είχε στο χαρτοφυλάκιό της εκατό δισεκατομμύρια κρατικά ομόλογα. Φυσικά, η ΕΚΤ ανέλαβε έτσι τον κίνδυνο αθέτησης που σχετίζεται με αυτά τα ομόλογα- ακόμη και εμπειρογνώμονες που πρόσκεινται στην ΕΚΤ εκτιμούν ότι ο κίνδυνος αυτός ξεπερνά το 80%. Αυτό ισοδυναμεί με τη μεταφορά αγοραστικής δύναμης από την ΕΚΤ από όλους τους συμμετέχοντες στην ΟΝΕ σε μεμονωμένα μέλη της ΟΝΕ – και η ΕΚΤ δεν έχει καμία αρμοδιότητα βάσει της Συνθήκης της ΕΕ να ασκεί μια τέτοια πολιτική διανομής. – Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι όταν αγοράζονται νέες εκδόσεις, τα χρήματα εισρέουν απευθείας στο αντίστοιχο κρατικό ταμείο. Αντίθετα, η αγορά στη δευτερογενή αγορά σημαίνει ότι το κράτος έχει ήδη βρει αγοραστή για τα χρεόγραφά του στο παρελθόν. Έτσι, δεν εισρέουν χρήματα από την κεντρική τράπεζα σε έναν δημόσιο προϋπολογισμό, αλλά σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Αυτοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα για άλλους σκοπούς, όπως επενδύσεις, δηλαδή για τη βελτίωση ή την επέκταση του παραγωγικού κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί την CETERIS PARIBUS σε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι τα κεφάλαια επενδύονται με λογική στη χώρα της. Αυτό, με τη σειρά του, αντικρούεται ορθά από το γεγονός ότι ο όρος “δευτερογενής αγορά” δεν έχει χρονικό ορισμό. Μια τράπεζα, για παράδειγμα, μπορεί να αποκτήσει κρατικά ομόλογα ως πρωτογενής αγοραστής (πρώτος αγοραστής) και να μεταπωλήσει τους τίτλους αυτούς – σε ακραία περίπτωση μέσα σε ένα δευτερόλεπτο – στην κεντρική τράπεζα. – Από την άλλη πλευρά, η κριτική για την πτώση της ΕΚΤ δεν αφορούσε σε πολλές περιπτώσεις τόσο το αποτέλεσμα των μέτρων. Αντίθετα, πολλοί το είδαν ως ένα καταστροφικό λάθος στη ρυθμιστική πολιτική, επειδή η κεντρική τράπεζα αναλάμβανε τα καθήκοντα της κυβέρνησης ή της δημοσιονομικής πολιτικής. Εξάλλου, τα επιτόκια έχουν πειθαρχητική επίδραση στην αγορά κεφαλαίων. Όταν η ΕΚΤ παρεμβαίνει στις αγορές, μειώνει την πίεση στις αντίστοιχες κυβερνήσεις να προβούν στις αναγκαίες προσαρμογές για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας – και αυτό δικαίως θεωρείται ως βασικό ρυθμιστικό λάθος. – Αναμφισβήτητα, ωστόσο, όλο και περισσότερα κρατικά ομόλογα συσσωρεύονται στον ισολογισμό της ΕΚΤ, η αξία των οποίων είναι αμφίβολη και τα οποία πιθανώς δεν μπορούν να πληρωθούν ούτε στη λήξη τους. Η ΕΚΤ έχει έτσι μετακινηθεί στην περιοχή μιας κακής τράπεζας. – Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ακολούθησε την κρίση των στεγαστικών δανείων, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έγινε τελικά σε μεγάλο βαθμό απλώς πολιτική κατά της κρίσης. Αισθάνθηκε υποχρεωμένη να αντισταθμίσει τις αποτυχίες της δημοσιονομικής πολιτικής. – Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκρύψουμε ότι οι αγορές των κεντρικών τραπεζών έγιναν επίσης δεκτές με μεγάλη χαρά, κυρίως από τους πολιτικούς των κρατών της κρίσης, διότι με αυτόν τον τρόπο μειώθηκαν οι υπερβολικές τοποθετήσεις κρατικών ομολόγων στους ισολογισμούς των τραπεζών. Θεωρήθηκε επίσης ότι η ΕΚΤ ήθελε να χρησιμοποιήσει τις αγορές της για να ανακουφίσει τις τράπεζες στο τεστ αντοχής της ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής τραπεζών που θα διεξαχθεί το 2014. Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ όχι μόνο θα εντόπιζε τη λανθασμένη εξέλιξη σε μια τράπεζα, αλλά θα την εξάλειφε ταυτόχρονα: ένας από τους κύριους λόγους για τη σταθερά δυσπιστική στάση του γερμανικού κοινού απέναντι στην ανάθεση της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας στην ΕΚΤ. – Βλέπε τεκμήριο, κεντρική τραπεζική, φόβος, διαστροφή, εξαγορές, κεντρική τραπεζική, διάσωση, μπαζούκα, καλυμμένα ομόλογα, διασυνδέσεις ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης, απαγόρευση χρηματοδότησης του ελλείμματος, ερώτηση Ελισάβετ, δυνατότητα εκβιασμού, ομόλογα ευρώ, Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση, θεμελιώδες σφάλμα, Ευρωπαϊκή Κεντρική Κακή Τράπεζα, ανεξαρτησία της ΕΚΤ, ηγεσία, λεκτική, προθυμία να δράσει, ηγεμόνας, ήπιος, ιαπωνοποίηση, κριτήριο Kaldor Hicks, πίστωση, τιτλοφόρηση, θέση ψεύδους και εξαπάτησης, μονεταριστές, ηθικός κίνδυνος, χαμηλό επιτόκιο, πυρηνική επιλογή, μηδενικό επιτόκιο, μηχανή αέναης κίνησης, σχέδιο Γ, επανεθνικοποίηση, νομισματικό, διάσωση, ομόλογα σκουπίδια, λέσχη χρέους, όριο επτά τοις εκατό, επαναπατρισμός του δημόσιου χρέους, Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, θεμελιώδες σφάλμα, νότιο μέτωπο, ένωση μεταβιβάσεων, τρόικα, αναδιανομή, προκαλούμενη από την κεντρική τράπεζα, εισφορά επί των περιουσιακών στοιχείων, πίστη στη συνθήκη, φούσκα εμπιστοσύνης, νομισματική ένωση 2, φήμη της κεντρικής τράπεζας, πίστωση της κεντρικής τράπεζας, δημόσιο, πληθωρισμός σε πορεία, αναγκαστική απαλλοτρίωση. – Πρβλ. μηνιαίο δελτίο της ΕΚΤ του Ιουνίου 2010. σελ. 24 επ. και σελ. 33 επ. (η δραματική κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές φέρεται να κατέστησε απολύτως αναγκαία την ταχεία παρέμβαση της ΕΚΤ μέσω αγορών κρατικών ομολόγων), Ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2010, σελ. 21 (αιτιολόγηση των αγορών ομολόγων), σελ. 111 (πεδίο εφαρμογής των αγορών καλυμμένων ομολόγων), Μηνιαίο δελτίο της ΕΚΤ του Ιουλίου 2011, σ. 59 επ. (λεπτομερής αιτιολόγηση των μέτρων- πολλές επισκοπήσεις- συγκρίσεις με την Ιαπωνία και τη Σκανδιναβία), Μηνιαίο δελτίο της Deutsche Bundesbank του Νοεμβρίου 2011, σ. 43 (ασφάλιστρα για κρατικά ομόλογα των χοίρων από το 2009), Μηνιαία έκθεση της Deutsche Bundesbank του Μαΐου 2012, σ. 32 (αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ και τις εμπορικές τράπεζες από το 2008- επισκόπηση), Έκθεση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα 2013, σ. 20 επ. (κρίση εμπιστοσύνης στην ΟΝΕ και τα αίτιά της), Μηνιαία έκθεση της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2013, σ. 45 επ. (επέκταση του ισολογισμού της ΕΚΤ από το 2007- επισκοπήσεις).
Προσοχή: Η οικονομική εγκυκλοπαίδεια προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ιδιωτικούς σκοπούς χωρίς ρητή συγκατάθεση!
Καθηγητής Πανεπιστημίου Dr. Gerhard Merk, Dipl.rer.pol., Dipl.rer.oec.
Καθηγητής Dr. Eckehard Krah, Dipl.rer.pol.
Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: info@jung-stilling-gesellschaft.de
https://de.wikipedia.org/wiki/Gerhard_Ernst_Merk
https://www.jung-stilling-gesellschaft.de/merk/
https://www.gerhardmerk.de/