Διευκόλυνση

Σε τραπεζικούς όρους, η πιστωτική δέσμευση ενός ιδρύματος προς έναν πελάτη. – Η προσφορά της κεντρικής τράπεζας να αντλήσει ή να σταθμεύσει ρευστότητα (χρήμα της κεντρικής τράπεζας) μέσω διαύλων που καθορίζονται από την κεντρική τράπεζα. – Μερικές φορές αναφέρεται επίσης στη διαδικασία ανάληψης ενός δανείου. – Βλέπε διευκόλυνση καταθέσεων- διευκόλυνση, πάγια- πιστωτική γραμμή- πιστωτική δέσμευση, αμετάκλητη- αρνητικό επιτόκιο- διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης.

Προσοχή: Η οικονομική εγκυκλοπαίδεια προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ιδιωτικούς σκοπούς χωρίς ρητή συγκατάθεση!
Καθηγητής Πανεπιστημίου Dr. Gerhard Merk, Dipl.rer.pol., Dipl.rer.oec.
Καθηγητής Dr. Eckehard Krah, Dipl.rer.pol.
Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: info@jung-stilling-gesellschaft.de
https://de.wikipedia.org/wiki/Gerhard_Ernst_Merk
https://www.jung-stilling-gesellschaft.de/merk/
https://www.gerhardmerk.de/

Zitieren

Merk, G. (Hrsg.): „Διευκόλυνση“. In: Finanz- und Wirtschaftslexikon. https://www.gerhardmerk.de/%ce%b4%ce%b9%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%8c%ce%bb%cf%85%ce%bd%cf%83%ce%b7/ (Stand: 09.09.2022).

Die von Universitätsprofessor Dr. Gerhard Merk begründete Sammlung wird seit Herbst 2014 von Professor Dr. Dr. h.c. Eckehard Krah redaktionell fortgeführt und um neue Begriffe ergänzt. Sollten Sie Fehler entdecken oder sonstige Hinweise haben, schreiben Sie an: info@ekrah.com