Skip to content
Finanzbegriffe A–Z Sprachen Institutionen llms.txt 206,186 Begriffe

Sprachbestand des Finanzlexikons

Greek

7,463 veröffentlichte Finanz- und Wirtschaftsbegriffe in dieser Sprachkategorie.

Wall duty, επίσης wall money και ring money (wall duty)

Σε παλιά έγγραφα, ένας φόρος για την κατασκευή και συντήρηση του τείχους της πόλης. – Στην ιστορική εξέλιξη της Ευρώπης, οι πόλεις απέκτησαν σταδιακά δική τους ζωή όσον αφορά το σύνταγμά τους (εκτεταμένη αυτοδιοίκηση),…

Aktualisiert 9. September 2022

Wallflower

Στην ορολογία, μια μετοχή που έχει χάσει την εύνοια των επενδυτών. Συνήθως οι τίτλοι αυτοί έχουν δυσμενή λόγο τιμής-κερδών (μετοχή που έχει χάσει την εύνοια των επενδυτών- οι τίτλοι αυτοί έχουν συνήθως χαμηλό λόγο…

Aktualisiert 9. September 2022

Well-managed

όρος από την εποπτική νομοθεσία των ΗΠΑ σε σχέση με τον νόμο Gramm-Leach-Bliley Act (GLB Act) του 2000. Η κατάταξη μιας well-managed bank holding company (BHC) καθορίζεται με μεγάλη ακρίβεια βάσει διαφόρων απαιτήσεων αξιολόγησης.…

Aktualisiert 9. September 2022

Whizz kid, παντοδύναμο κύτταρο

Στην ορολογία των ινστιτούτων, ένας πρωτοετής από το πανεπιστήμιο που γνωρίζει ελάχιστα, δεν παραβλέπει την επιχειρηματική διαδικασία, δεν αποδίδει καθόλου, αλλά πιστεύει ότι είναι πολύ ανώτερος/η από όλους τους υπαλλήλους και πολύ σύντομα θα…

Aktualisiert 9. September 2022

Window money (διαφανές χρήμα)

Στο χαρτονόμισμα σήμερα, ένα διαφανές άνοιγμα στο χαρτί ή στο πλαστικό σε μέγεθος νυχιού, το οποίο αποτελείται από μια μεμβράνη ασφαλείας (transmissible safety film). Αν το φιλμ κρατηθεί εναλλάξ μπροστά από ένα ανοιχτόχρωμο και…

Aktualisiert 9. September 2022